Το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε «χρηστή χρήση» (δίκαιη αξιοποίηση) των παράνομων αποδείξεων στην ποινική δίκη κατά το άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ
Αναστασίου Α. Μακρή | Δικηγόρου, ΜΔΕ Ποινικών Επιστημών ΕΚΠΑ |
Εισαγωγή
Η παρούσα μελέτη, μέσω μιας επιλεκτικής αναφοράς αποφάσεων που εμφανίζουν ιδιαίτερη αξία και ενέχουν ενδιαφέρουσα θεωρητική και πρακτική δυναμική, πραγματεύεται αδρομερώς ζητήματα που συνάπτονται με το κατ’ αρχήν παραδεκτό (=επιτρεπτό) παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων[1] στην ποινική δίκη· ειδικότερα, εξετάζει αν κατά κανόνα επιτρέπονται ή όχι, καθώς και υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί να λάβει χώρα χρήση αυτών. Τέλος, εν όψει των ως άνω, ερευνά αν διά της νομολογίας του ΕΔΔΑ και των ερμηνευτικών του ενεργημάτων (λ.χ. θέση κριτηρίων αποδοχής παρανόμως συλλεγεισών αποδείξεων) σε σχέση με το άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, θα μπορούσε να εξαχθεί μία ακόμη πτυχή του δικαιώματος στην χρηστή απονομή δικαιοσύνης, αυτή της «χρηστής χρήσης» ή άλλως «δίκαιης αξιοποίησης» των (παράνομα) συλλεγέντων αποδ. μέσων.
Ι. Η διαχρονική θέση του ΕΔΔΑ επί του ζητήματος της αποδεικτικής αξιοποίησης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ «[π]αν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως…». Δι’ αυτής της διατάξεως θεσπίζεται ένα «ελάχιστο εγγυητικό πλαίσιο[2]» της ποινικής διαδικασίας, το οποίο έχει ως σημείο αναφοράς την Ευρωπαϊκή Δημόσια Τάξη (Ευρω-ενωσιακή) και έχει κατ’ αρχήν ως διακριτά -υπερκείμενα των εθνικών εννόμων τάξεων- χαρακτηριστικά στοιχεία τα εξής: α) την δικονομική ισότητα των μερών της δίκης (procedural equality)[3], β) την κατ’ αντιδικία διεξαγωγή της (adversarial process)[4], γ) την πρόσβαση του κατηγορουμένου στους φακέλους της δικογραφίας (disclosure of evidence)[5], δ) την αιτιολογημένη απόφαση (reasoned decision)[6], ε) την δυνατότητα αυτοπρόσωπης συμμετοχής – παρουσίας του κατηγορουμένου (appearance in person)[7] και στ) την αποτελεσματική (ενεργό) συμμετοχή του κατηγορουμένου (effective participation)[8].
Το ερώτημα, ωστόσο, που ανακύπτει σχετικά με την προβληματική της αξιοποίησης[9] παράνομων αποδείξεων έγκειται στο αν εκ του επιρρήματος «δικαίως» μπορεί ερμηνευτικά να εξαχθεί: α) κάποιος «κανόνας αυτόματου αποκλεισμού» (exclusionary rule[10]) εκ της ποινικής διαδικασίας όλων αδιακρίτως των παράνομων αποδεικτικών μέσων ή/και β) δικαίωμα του κατηγορουμένου στην «χρηστή χρήση» των αποδείξεων στην ποινική δίκη ως υπο-δικαίωμα (sub-right) του ευρύτερου δικαιώματος στην δίκαιη δίκη. Επί των ερωτημάτων αυτών λεκτέα τ’ ακόλουθα: Σκοπός, κατ’ αρχήν, της ΕΣΔΑ δεν είναι η εξαντλητική ρύθμιση της ποινικής διαδικασίας των κρατών μερών, διά της διαμόρφωσης μίας νέας «ίδιας» και «επικυρίαρχης» ποινικής δικονομίας, αλλά, κατά το μέτρο που συντέμνει -στο πλαίσιο μιας υπερεθνικής έννομης τάξης- δύο διαφορετικά συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης[11], αυτά του ηπειρωτικού (Civil/Continental law) και του κοινοδικαίου (Common law), η θέσπιση θεμελιωδών αρχών (=ελάχιστου εγγυητικού πλαισίου[12]), σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας, η τήρηση των οποίων θα εξασφαλίζει στην τελευταία την διωκόμενη δικαιοκρατική ευπρέπεια (fairness). Ετούτο, μάλιστα, προκύπτει ως εκ του ότι η ΕΣΔΑ δεν περιέχει (δικονομική) διάταξη, ρυθμίζουσα ρητώς (expressis verbis) το ζήτημα της χρήσης – χάριν αποδεικτικών σκοπιμοτήτων- παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων[13], γεγονός που επισημάνθηκε από το ΕΔΔΑ στην σημαντικότερη, ίσως, απόφασή του περί την αποδεικτική αξιοποίηση παράνομων αποδείξεων, Schenk κατά Ελβετίας[14] της 12.9.1988 (παρ. 46 επ.), κατά το ενδιαφέρον μέρος της οποίας το άρθρ. 6 «…δεν θεσπίζει κανόνες σχετικά με το παραδεκτό (=επιτρεπτή χρήση) των αποδεικτικών μέσων καθ’ εαυτά, το οποίο (=παραδεκτό) είναι, συνεπώς, ζήτημα ρυθμιστέο εκ της εθνικής νομοθεσίας. Επομένως, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποκλείσει κατ’ αρχήν και εν γένει το ότι παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα [του παρόντος (=οικείου) είδους[15]] μπορούν να καταστούν παραδεκτά.». Αυτή του δε την θέση έναντι της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων συνεχίζει να την τηρεί διαχρονικά, διαμορφώνοντας έτσι μια «παγία», θα λεγόταν, νομολογία[16] περί του ζητήματος τούτου, με συνέπεια να καθίσταται δυνατή η εξαγωγή του συμπεράσματος ότι δεν θεσπίζεται κατ’ αρχήν από το άρθρ. 6 παρ. 1 κάποιος κανόνας «αυτόματου» αποδεικτικού αποκλεισμού (exclusionary rule) όλων ανεξαιρέτως[17] των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων.
Κατ’ αρχήν, τα παράνομα αποδεικτικά μέσα είναι αξιοποιήσιμα, κατά το μέτρο που αυτή η αξιοποίηση, πέραν της ήδη χωρήσασας παραβίασης του ουσιαστικού κανόνα (λ.χ. παραβίαση ιδιωτικότητος κατ’ άρθρ. 8 ΕΣΔΑ) κατά την συλλογή των (και εφόσον αυτή μόνη δεν εξήρκεσε προς παραβίαση της δίκαιης δίκης), δεν καταλύει αφ’ εαυτής τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης[18],[19]. Με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ (κατ’ αρχήν) δεν προ-αποκλείει αποδεικτικά μέσα από την δίκη, αλλά επιτρέπει να αξιοποιηθούν, διερευνώντας μεταγενέστερα και οπισθοσκοπικά -επί τη βάσει ορισμένων νομολογιακώς διαπλασθέντων κριτηρίων (αναλυθησομένων εν συνεχεία)- το αν εκ της αξιοποιήσεως (χρήσης) αυτής κατελύθη ο συνολικά δίκαιος χαρακτήρας της οικείας ποινικής δίκης[20].
Προκύπτει, κατά τούτο, ότι το ΕΔΔΑ (κατ’ αρχήν) δεν συναρτά το αξιοποιήσιμο ή μη ενός αποδεικτικού μέσου με την παρανομία του τρόπου κτήσεώς του, αλλ’ αντιθέτως με την καταλυτική επίδρασή της χρήσης του[21] στην έκβαση της δίκης, εντεύθεν δε στον δίκαιο χαρακτήρα αυτής, στο πλαίσιο πάντοτε της συνολικής προσέγγισης[22],[23]. Η στάση, ωστόσο, αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς το «απαράδεκτο» (μη αξιοποιήσιμο) αυτών των αποδείξεων. Πλέον συγκεκριμένα: (i) Σε τι συνίσταται αυτή η «συνολική εξέταση[24]» και ο (εν συνεχεία αναλυθησόμενος) «κλιμακωτός έλεγχος δικαιότητος» της δίκης ειδικώς ως προς τα παράνομα αποδεικτικά μέσα (: πώς αντιμετωπίζονται δηλ. δικονομικά αυτές οι υποθέσεις από το ΕΔΔΑ), (ii) πότε ένα αποδεικτικό μέσο δεν πρέπει να αξιοποιηθεί από το εθνικό δικαστήριο κατά το ΕΔΔΑ, αλλά και (iii) πότε η αξιοποίηση ενός παρανόμου αποδεικτικού μέσου από το εθνικό δικαστήριο καταλύει άνευ ετέρου τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.
Το ΕΔΔΑ, οσάκις κλήθηκε να αποφανθεί επί υποθέσεων αξιοποίησης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, δεν φαίνεται να υιοθέτησε μία ξεκάθαρη νομική άποψη, αλλ’ αντιθέτως τήρησε μια εφεκτική στάση[25], προσεγγίζοντας το ζήτημα κατά τρόπον μάλλον προσιδιάζοντα στην εξέταση των καταθέσεων «ανώνυμων μαρτύρων»[26] (άρθρ. 6 παρ. 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ)[27]. Τι σημαίνει αυτό: Σ’ επίπεδο θεωρητικό, ότι απαιτείται κατά κανόνα η ανάδειξη, εμφάνιση και αναπαραγωγή κάθε (=άρα και του παρανόμου) αποδεικτικού μέσου κατά την ακροαματική διαδικασία[28], προκειμένου το εθνικό δικαστήριο (να δυνηθεί) ν’ αξιολογήσει τη σημασία του και οι διάδικοι ν’ ασκήσουν αποτελεσματικά το δικαίωμα ακρόασης[29], ειδικότερη πτυχή του οποίου αποτελεί η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (άρθρ. 6 παρ. 3 δ΄ ΕΣΔΑ)[30]. Σ’ επίπεδο πρακτικό, ότι, βάσει των διατάξεων 6 παρ. 1 και 3 δ΄ ΕΣΔΑ, πρέπει να δίδεται στον κατηγορούμενο μια επαρκής και κατάλληλη δυνατότητα ν’ αμφισβητήσει (challenge) και να εξετάσει (question) έναν μάρτυρα[31], είτε όταν καταθέτει είτε σε μεταγενέστερο στάδιο[32]. Εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, να εξετάσει το παράνομο αποδεικτικό μέσο. Αν, δε, δεν είχε αυτήν την δυνατότητα ο κατηγορούμενος, τότε εξελέγχεται από το ΕΔΔΑ εάν αυτός ο περιορισμός (=προσβολή) του δικαιώματος: α) ερείδετο σε κάποια σημαντική αιτία, όπως λ.χ. ανάγκη διαφύλαξης άλλων εννόμων αγαθών[33], β) αν το αποδεικτικό μέσο, ακόμη και αν ήταν αποδεικτικά αξιόπιστο[34], ήταν αποφασιστικό ή/και μοναδικό και, τέλος, γ) εάν ελήφθησαν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές πρόσφορα αντισταθμιστικά μέτρα εν σχέσει με τον περιορισμό του δικαιώματος του κατηγορουμένου. Μάλιστα, κατά το ΕΔΔΑ, τα ως άνω υπό α), β), γ) στοιχεία αποτελούν «στάδια» (steps), στον έλεγχο των οποίων προβαίνει βαθμιαία (κλιμακωτά) για να διαγνώσει αν κατελύθη ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης («κλιμακωτός έλεγχος τριών σταδίων»)[35].
ΙΙ. Κριτήρια «παραδεκτού» των παράνομων αποδεικτικών μέσων κατά το ΕΔΔΑ
Ελέχθη ανωτέρω ότι, κατά το ΕΔΔΑ, δεν εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάκριση των αποδεικτικών μέσων σε παρανόμως κτηθέντα ή μη, αλλ’ αντιθέτως η διάκριση της χρήσεώς των σε καταλυτική ή μη του δικαίου χαρακτήρα της δίκης. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την προαναλυθείσα «συνολική προσέγγιση» και τον (επί των ανωνύμων μαρτύρων) «κλιμακωτό έλεγχο τριών σταδίων» του ΕΔΔΑ, ανακύπτουν τα ερωτήματα: επί τη βάσει ποίων «κριτηρίων» ελέγχεται η κατάλυση ή μη του δικαίου χαρακτήρος της δίκης ειδικά στην περίπτωση που αξιοποιήθηκαν δικονομικά παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα; «Συστηματοποιούνται» μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ αυτά τα κριτήρια ή αφορούν στην κάθε περίπτωση διακριτά; Απάντηση επί των ως άνω ερωτημάτων δίδει διαχρονικά (σταθερή νομολογία) το ΕΔΔΑ με ορισμένες πολύ σημαντικές αποφάσεις του, όπως ιδίως: την απόφ. Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου[36] της 5.2.2003, παρ. 42 επ., την απόφ. Jalloh κατά Γερμανίας της 11.7.2006, παρ. 94 επ., την απόφ. Bykov κατά Ρωσίας της 10.3.2009, παρ. 103 επ., την πολύ σημαντική απόφ. Gäfgen[37] κατά Γερμανίας (Ευρεία Σύνθεση) της 1.6.2010 και την σχετικώς πρόσφατη απόφ. Taraneks κατά Λετονίας[38] της 2.12.2014, παρ. 112 επ.
Διατρέχοντας τις ανωτέρω αποφάσεις, εξάγεται ότι το ΕΔΔΑ έχει διαπλάσει νομολογιακά έναν «κατάλογο» κριτηρίων, επί τη βάσει του οποίου εξελέγχει αν η δικονομική χρήση ενός de facto παρανόμου αποδεικτικού μέσου κατέλυσε τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης. Παρατηρείται, μάλιστα, ότι ο κατάλογος αυτός εμφανίζει μία ερμηνευτική διαπλασιμότητα (δυναμικότητα), καθώς συν τω χρόνω εμπλουτίσθηκε, και ο οποίος περιέχει ονομαστικά τα εξής κριτήρια: α) την προέλευση του αποδεικτικού υλικού[39], β) το είδος της παρανομίας ως προς την συλλογή του αποδεικτικού μέσου[40], γ) την φύση της προσβολής κατά την απόκτηση του αποδεικτικού μέσου [41], δ) την επίπτωση του τρόπου κτήσης στην αξιοπιστία και την ακρίβεια του αποδεικτικού μέσου[42], ε) το ανεξάρτητο της ύπαρξης του αποδεικτικού μέσου από την βούληση του υπόπτου[43] , στ) την άσκηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων έναντι του παράνομου αποδεικτικού μέσου[44], ζ) τον δικαστικό έλεγχο καταγγελιών περί την νομιμότητα των αποδεικτικών μέσων[45], η) την μη αντίθεση της κτήσης προς το εσωτερικό δίκαιο[46], θ) το δημόσιο συμφέρον έναντι του συγκεκριμένου αδικήματος[47] και τέλος ι) την μοναδικότητα/αποφασιστικότητα (sole or decisive rule) του αποδεικτικού μέσου για την καταδίκη[48].
Η πρακτική σημασία, δε, του ως άνω «καταλόγου» έγκειται στην «ενδεικτική» του λειτουργία, δηλ. ότι η πλήρωση των κριτηρίων που περιλαμβάνει, ιδίως των υπό στοιχ. στ), ζ), η) και θ), κατ’ αρχήν ενδεικνύει τον δίκαιο χαρακτήρα της αξιοποίησης των παράνομων αποδεικτικών μέσων, δηλ. «δικαιολογεί» την χρήση τους στην ποινική δίκη, χωρίς φυσικά να τον οριστικοποιεί εν τ’ αυτώ, καθώς δεν φαίνεται το ΕΔΔΑ να τηρεί μια λογική και σταθερή σειρά χρήσεως των εν λόγω κριτηρίων, αλλά μάλλον μία περιπτωσιολογική (case by case).
ΙΙΙ. Το δικαίωμα επί την «χρηστή χρήση» των αποδεικτικών μέσων και ο «κλιμακωτός» έλεγχος των δύο σταδίων του ΕΔΔΑ
Επιτονίσθηκε παραπάνω ότι το ΕΔΔΑ διετύπωσε στην κεφαλαιώδους σημασίας απόφ. Schenk κατά Ελβετίας ότι: «παρ’ ότι το άρθρο 6 εγγυάται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν θεσπίζει κανένα κανόνα για το παραδεκτό τέτοιων αποδεικτικών μέσων, το οποίο είναι πρωτίστως ζήτημα ρύθμισης από το εθνικό δίκαιο[49]». Κατά τούτο, σύμφωνα τόσο με την ρηματική διατύπωση του στην ως άνω απόφαση, η οποία επαναλαμβάνεται συστηματικά επί δεκαετίες, αλλά και σύμφωνα με την διαχρονική διαμόρφωση, όπως αναλύθηκε παραπάνω, ενός «καταλόγου» κριτηρίων επιτρεπτότητας των παράνομων αποδεικτικών μέσων, δύναται να συναχθεί ότι το ΕΔΔΑ έχει υπαγάγει σιωπηρώς στην προστατευτική εμβέλεια της παρ. 1 του άρθρ. 6 και στο σημασιολογικό βεληνεκές του όρου «δικαίως», ως ακόμη μία πτυχή του, την χρηστή (=δίκαιη) χρήση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική δίκη[50] (Θεωρία «χρηστής χρήσης των αποδείξεων/Fair use of evidence»).
Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα της ως άνω θεωρίας, της οποίας υποστηρίκτρια είναι η Pinar Ölçer[51], η προβληματική της αποδεικτικής αξιοποίησης, δηλ. το παραδεκτό και ο αποκλεισμός των παρανόμως κτηθέντων αποδ. μέσων μπορούν να καταστούν πλέον εύληπτα υπό την οπτική ενός (σιωπηρού) δικαιώματος σε «χρηστή χρήση – δίκαιη αξιοποίηση» των αποδεικτικών μέσων. Διαφαινομένου, κατά τούτο, του δικαιώματος του κατηγορουμένου ν’ αντιτάσσεται, επί τη παραβάσει του fair trial, στην αξιοποίηση παράνομων αποδεικτικών μέσων στην καταδικαστική απόφαση, όταν αυτά δεν αξιοποιούνται δικαίως, δηλ. όταν κατά τον «κλιμακωτό έλεγχο» δικαιότητος ελέγχονται ως καταλυτικά του δικαίου χαρακτήρα της δίκης (=δεν δικαιολογείται η χρήση των). Καταλυτικό δε για τον δίκαιο χαρακτήρα μιας δίκης είναι ένα παράνομο αποδεικτικό μέσο, όταν η χρήση του αφ’ εαυτής «βάθυνε» κατ’ αποτέλεσμα την ήδη γενομένη προδικαστική προσβολή της νομικής θέσης του κατηγορουμένου. Δεν αναζητείται, δηλ., από το ΕΔΔΑ το αν έπρεπε να (προ)αποκλεισθεί ένα αποδ. μέσο, όπως λ.χ. θα ανεζητείτο στις ΗΠΑ[52], εξ άλλου δεν αποσχολεί αυτό το ΕΔΔΑ, αλλά, υπό το πρίσμα της «χρηστής χρήσης», εάν αξιοποιήθηκε δικαίως, συμφώνως δηλ. προς τις αρχές της αντιδικίας, της ισότητας των όπλων και (επ’ ακροατηρίω) της προφορικότητας και της αμεσότητας.
Κατά την ως άνω θεωρία, το εν λόγω δικαίωμα, προκειμένου να κατανοηθεί ευχερέστερα, μπορεί ν’ απεικονισθεί ως ένα δυεπίπεδο/διμερές διαγνωστικό σύστημα[53],[54] όπου:
Στο πρώτο στάδιο, ερευνάται αν παρεβιάσθη, κατά τη διάρκεια της προδικασίας της υπόθεσης[55], κάποιος ουσιαστικός κανόνας της ΕΣΔΑ (λ.χ. άρθρ. 3, 6 παρ. 1, 2 και 3 στοιχ. γ΄ και 8 ΕΣΔΑ). Εξελέγχεται δηλ. αν ασκήθηκαν εις βάρος του κατηγορουμένου βασανιστήρια ή απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση (άρθρ. 3), αν παρεβιάσθη το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση (nemo tenetur) και σε μη αστυνομική παγίδευση (άρθρ. 6 παρ. 1) ή, τέλος, αν παρεβιάσθη το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και στο απόρρητο της επικοινωνίας (άρθρ. 8). Το ΕΔΔΑ, ειδικά όταν έχει να κάνει, σε αυτό το στάδιο, με σιωπηρά δικαιώματα, δηλ. όχι ρητώς διατυπωμένα στο κείμενο της ΕΣΔΑ (όπως λ.χ. το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση), ενδέχεται να διευρύνει τις σταθμιστικές παραμέτρους (=να προσθέσει κριτήρια), όπως λ.χ. το δημόσιο συμφέρον, την εντεινόμενη αύξηση του οργανωμένου εγκλήματος[56], τα συμφέροντα εθνικής ασφαλείας, τα συμφέροντα των μαρτύρων κ.λπ.
Ενώ στο δεύτερο στάδιο, το ΕΔΔΑ διερευνά, μέσω των ως άνω κριτηρίων που νομολογιακά έχει διαπλάσει, εάν η αξιοποίηση του αποδεικτικού μέσου παρεβίασε αφ’ εαυτής (αυτοτελώς) το άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Στο επίπεδο αυτό, και αφού έχει διαγνωσθεί παραβίαση ήδη κατά το πρώτο επίπεδο, το ΕΔΔΑ, πρακτικά, πλην της εκτίμησης του αν καταλύθηκε ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας (συνολική δικαιότητα) ήδη από το πρώτο επίπεδο (όπως λ.χ. επί βασανιστηρίων), θα συνυπολογίσει ειδικά για τα παράνομα αποδεικτικά μέσα επίσης: α) την βαρύτητα της παραβίασης του κανόνα που διαπιστώθηκε κατά την ανάλυση του πρώτου επιπέδου∙ β) την αποδεικτική αξία του αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε μέσω αυτής της παραβίασης και γ) την σοβαρότητα του εγκλήματος, εντεύθεν το δημόσιο συμφέρον για την διαλεύκανση του εγκλήματος και τον ποινικό κολασμό του ενόχου (γενική στάθμιση[57]). Εάν δε απαιτηθεί, θα προβεί στον συνυπολογισμό πλειόνων κριτηρίων (ειδική στάθμιση).
Στο πλαίσιο αυτού του δευτέρου σταδίου ελέγχου, διακρίνονται τέσσερις (4) πιθανές εκδοχές κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ:
Η πρώτη εκδοχή αφορά κατηγορία αποδείξεων που εκτήθησαν κατά παράβαση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα κ.λπ. (άρθρ. 8 ΕΣΔΑ), όπου ο κίνδυνος καταλύσεως του δικαίου χαρακτήρα της δίκης ως εκ της αξιοποίησής των κείται σε χαμηλά επίπεδα. Στην περίπτωση αυτή, εκ μόνης της γενικής στάθμισης, μπορεί να καταφαθεί από το ΕΔΔΑ αν καταλύθηκε ή όχι η δικαιότητα της διαδικασίας[58]. Στην πράξη ελάχιστες φορές καταφάσκεται η παραβίαση της δίκης εξ αυτού του λόγου, θεωρουμένης της αξιοποίησης αυτών των αποδείξεων από το ΕΔΔΑ ως δίκαιης[59].
Η δεύτερη εκδοχή αφορά σε αποδ. μέσα που εκτήθησαν κατά παράβαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, και δη συνεπεία αθέμιτης παγίδευσης (police incitement), όπου ο κίνδυνος καταλύσεως του δικαίου χαρακτήρα της δίκης ως εκ της αξιοποίησής των αυξάνεται μεν, εν σχέσει με την πρότερη περίπτωση, πλην όμως όχι τόσο σημαντικά όσο στο άρθρ. 3 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ, εν προκειμένω, θα εξελέγξει αφ’ ενός αν η συμπεριφορά των μυστικών ανακριτικών οργάνων, η διερύνηση δηλ. της υπόθεσης διεξήχθη κατά τρόπο παθητικό («in an essentially passive maner») και αφ’ ετέρου θα εξετάσει, εγκύπτοντας ιδιαιτέρως, αν έλαβε χώρα επισταμένος έλεγχος υπονοιών αστυνομικής παγίδευσης από τα εθνικά δικαστήρια. Σε αρνητική περίπτωση, η αξιοποίηση τέτοιων επιμολυνθέντων αποδ. μέσων ως βάσης για την κατηγορία δύναται να καταλύσει[60], υπό το πλαίσιο του άρθρ. 6, τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης[61].
Η τρίτη εκδοχή αφορά σε αποδ. μέσα που εκτήθησαν κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, και συγκεκριμένα μέσω απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης[62], όπου ο κίνδυνος καταλύσεως του δικαίου χαρακτήρα της δίκης ως εκ της αξιοποίησής των αυξάνεται σημαντικά. Η παρούσα δε εκδοχή, επί τη βάσει του κινδύνου κατάλυσης του δικαίου χαρακτήρος, υποκατηγοριοποιείται διττώς, σε άμεσα και εμμέσως κτηθέντα αποδ. μέσα. Επί παραδείγματι: η ομολογία που αποκτήθηκε άμεσα (=ευθέως) από απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (=όχι βασανιστήρια) κατ’ αρχήν καταλύει άνευ ετέρου τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ανεξάρτητα από την αποδεικτική βαρύτητα, διαμορφώνοντας έτσι, θα λέγαμε μεταφορικά, έναν κανόνα «αυτόματου αποδεικτικού αποκλεισμού» (ευθεία αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης)[63]. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά, τώρα, στην αποδεικτική αξιοποίηση εμμέσως κτηθέντων αποδ. μέσων (εξηρτημένη αποδεικτική απαγόρευση), δηλαδή αποδείξεων που αποκτήθηκαν μέσω άλλων επιλήψιμων αποδείξεων, ευθέως προκυψασών εκ παραβάσεως του άρθρ. 3 ΕΣΔΑ (όπως ιδίως υλικά αντικείμενα λ.χ. καταποθέντα ναρκωτικά[64]) δεν παραβιάζουν οπωσδήποτε το άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, εξαρτωμένης της παραβιάσεως από την αξιολογική συσχέτιση των κριτηρίων του παραδεκτού, όπως το ανεξάρτητο της ύπαρξης του αποδεικτικού μέσου από την βούληση του υπόπτου, το δημόσιο συμφέρον έναντι του συγκεκριμένου αδικήματος, την μοναδικότητα/αποφασιστικότητα του αποδεικτικού μέσου για την καταδίκη και την άσκηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων έναντι του παρανόμου αποδεικτικού μέσου[65]. Το ΕΔΔΑ διαφαίνεται να υιοθετεί, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το δόγμα της απώτερης επένεργειας (=δόγμα του καρπού του δηλητηριώδους δένδρου − Fernwirkung)[66], εφαρμογή του οποίου βλέπουμε στην αποφ. Gäfgen κατά Γερμανίας (ευρεία σύνθεση), όταν διέγνωσε έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου («ρήγμα στην αιτιώδη αλληλουχία») μεταξύ της κατά παράβαση του άρθρ. 3 ΕΣΔΑ ομολογίας[67] του κατηγορουμένου και της καταδίκης του[68], ενώ ξεκάθαρα αναγνώρισε το δόγμα της «άλλως αναπόφευκτης ανακάλυψης» (του αποδεικτικού μέσου), όταν ετέθη υπό συζήτηση εάν το σώμα του θύματος θα μπορούσε να είχε ανευρεθεί ακόμη κι αν ο κατηγορούμενος δεν είχε υποδείξει στην αστυνομία την τοποθεσία ως αποτέλεσμα παραβίασης[69].
Η τέταρτη εκδοχή αφορά κατηγορία αποδείξεων που εκτήθησαν μέσω βασανιστηρίων[70], όπου αυτή η ίδια η κατάλυση του δικαίου χαρακτήρα της δίκης ως εκ της αξιοποίησής των είναι δεδομένη. Επί παραδείγματι, η ομολογία ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από βασανιστήρια (=όχι απλώς απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση) καταλύουν άνευ ετέρου τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης, ανεξάρτητα από την αποδεικτική συμβολή τους στην καταδίκη του κατηγορουμένου[71], διαμορφώνοντας έτσι ακόμη έναν κανόνα «αυτόματου αποδεικτικού αποκλεισμού» (απόλυτη αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης), λόγω της απόλυτα καταλυτικής επίδρασης στον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης[72].
Το Δικαστήριο, πρακτικά, σταθμίζει (ελαστικότερα) τα κριτήρια παραδεκτού στις πρώτες δύο εκδοχές του δευτέρου σταδίου, εκεί δηλ. όπου ο κίνδυνος δεν είναι τόσο αυξημένος. Ενώ, όσο αυξάνει ο κίνδυνος, η στάθμιση «ανελαστικοποιείται», δηλ. επιτείνεται αναλόγως η επιδεικνυόμενη προσοχή κατά την διαδικασία στάθμισης των κριτηρίων, λ.χ. προστίθενται πλείονα κριτήρια (ειδική στάθμιση) που πρέπει να πληρωθούν για να θεωρηθεί χρηστή η χρήση ενός αποδεικτικού μέσου (κτηθέντος δι’ απάνθρωπης/εξευτελιστικής μεταχείρισης) -και να αποκατασταθεί (εξισορροπηθεί) ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης (συνολική δικαιότητα[73])- εν συγκρίσει με περιπτώσεις λ.χ. τηλεφωνικών υποκλοπών.
Ολοκληρώνοντας το κεφάλαιο αυτό, και έχοντας δει μέχρι τώρα το modus operandi του ΕΔΔΑ, παρατηρούμε την πολύ σημαντική επίδραση[74] επί της προβληματικής του αποδεικτικού αποκλεισμού παρανόμως κτηθεισών αποδείξεων. Το ζήτημα της αποδεικτικής απαγόρευσης πέτυχε να το μεταπλάσει εν πολλοίς από ζήτημα διάκρισης νομίμων και μη αποδείξεων (αυτο-αποκλειόμενων) σε ζήτημα «δίκαιης χρήσης» ενός (οποιουδήποτε, παρανόμου ή μη) αποδεικτικού μέσου. Στην έννομη τάξη που έχει καθιδρύσει η ΕΣΔΑ[75], όπως την έχει «ερμηνεύσει και διαπλάσει» το ΕΔΔΑ, διαφαίνεται ότι δεν απασχολεί κατ’ αρχήν[76] η φύση κτήσεως ενός αποδεικτικού μέσου, η οποία πιθανώς να απασχολεί σε επίπεδο εθνικού δικαίου, αλλά η αντιμετώπιση που του επιφυλάχθηκε. Αυτή δε η μετάπλαση ερείδεται σε δύο πυλώνες, δηλ. στα κριτήρια του παραδεκτού αλλά και κυρίως σε αυτή καθ’ εαυτήν την διαδικασία της σταθμίσεώς των.
ΙV. Τελικές σκέψεις. Το δικαίωμα «χρηστής χρήσης» των αποδείξεων απόρροια μιας δυναμικής ερμηνείας του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ
Επισκοπώντας τον κλιμακωτό έλεγχο δύο σταδίων του ΕΔΔΑ, αναφορικά με το αξιοποιήσιμο ή μη των παρανόμως κτηθέντων αποδ. μέσων και τον καταλυτικό τους ρόλο στον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης, ενδείκνυται να σημειωθεί ότι, λόγω και της φύσεώς του (κλιμακωτού ελέγχου) ως νομολογιακού δημιουργήματος, το ΕΔΔΑ έχει διαπλαστική ελευθερία στο να διαμορφώνει τους σύνθετους κανόνες[77] (όπως το άρθρ. 6) και να τους προσαρμόζει όπως θεωρεί ότι προσήκει[78], ακόμη και αφιστάμενο του νομολογιακού του προηγουμένου[79].
Κατά τούτο, το ΕΔΔΑ (δύναται να) δημιουργεί νέες προστατευτικές πτυχές (σιωπηρά δικαιώματα[80]), στηριζόμενο σ’ εξελίξεις στα νομικά συστήματα των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης ή εν γένει στο Διεθνές δίκαιο, χωρίς απαραίτητα να (πρέπει να) στηρίζεται σε κοινά Ευρωπαϊκά μέτρα. Ετούτο δε το έχει πράξει, καθώς, πέραν των δικαιωμάτων που αναφέρονται ρητώς στις παραγράφους του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ, όπως λ.χ. το τεκμήριο της αθωότητος (παρ. 2), το δικαίωμα στις αναγκαίες ευκολίες και αναγκαίο χρόνο (παρ. 3 στοιχ. β΄), το δικαίωμα υπεράσπισης (παρ. 3 στοιχ. γ΄) και της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης των αποδεικτικών μέσων (παρ. 3 στοιχ. δ΄), έχει ρητώς επεκτείνει το προστατευτικό εύρος του άρθρ. 6, προκειμένου να συμπεριλάβει πλείονα σιωπηρά δικαιώματα, μερικά εκ των οποίων δύνανται να εφαρμόζονται και στο στάδιο της προδικασίας[81], όπως λ.χ. το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση και σε σιωπή, το δικαίωμα σε μη αθέμιτη παγίδευση προς τέλεση εγκλημάτων (agents provocateurs) και το δικαίωμα σε συνήγορο.
Αναφορικά, δε, με την απομάκρυνση του από το δικό του νομολογιακό προηγούμενο (precedent)[82], το ΕΔΔΑ είναι σαφές: «καίτοι είναι προς το συμφέρον της νομικής βεβαιότητος, προβλεψιμότητος και ισότητος ενώπιον του νόμου το να μην παρεκκλίνει το Δικαστήριο, άνευ αποχρώντος λόγου (χωρίς σοβαρή αιτιολογία), από νομολογιακά προηγούμενα που τέθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, μια αποτυχία του (Δικαστηρίου) να διατηρήσει μια δυναμική και εξελικτική προσέγγιση θα ρίσκαρε να καταστεί εμπόδιο στη μεταρρύθμιση και τη βελτίωση. Πρέπει να υπομιμνήσκεται ότι η Σύμβαση σχεδιάσθηκε για να εξασφαλίζει δικαιώματα όχι θεωρητικά ή ψευδεπίγραφα, αλλά δικαιώματα πρακτικά (απτά) και αποτελεσματικά[83]».
Το δικαίωμα σε «χρηστή χρήση» άλλως σε «δίκαιη αξιοποίηση» των αποδεικτικών μέσων, απόρροια της ως άνω εξελικτικής προσέγγισης του άρθρ. 6 παρ. 1, συνιστά μία τέτοια σιωπηρή προσθήκη, ή ανάδειξη μίας ακόμη πτυχής του δικαιώματος στην χρηστή απονομή δικαιοσύνης (δίκαιη δίκη) και, ως τέτοια, μια «προστατευτική γέφυρα»[84] μεταξύ των δικονομικών σταδίων της προδικασίας και της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, που ως λειτουργικό σκοπό έχει τον προσδιορισμό του εάν η προδικαστική «αδικία» (=δικονομική και ουσιαστική παρανομία) μπορεί να εξισορροπηθεί (αντισταθμισθεί σ’ επίπεδο δικαιότητος) κατά την ακροαματική διαδικασία[85]. Τούτο δε επιτυγχάνεται επί τη βάσει της σταθμίσεως των κριτηρίων παραδεκτού των αποδείξεων που λαμβάνει χώρα στο δεύτερο στάδιο του «κλιμακωτού» ελέγχου, διά της οποίας διαγιγνώσκεται η συνολική δικαιότητα της ποινικής δίκης.
Συνεπώς προς τ’ ανωτέρω, η προσέγγιση του Δικαστηρίου σχετικά με τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα και την χρήση τους στην ποινική δίκη, χαρακτηρίζεται ως δυναμική (εξελικτική), υπό την έννοια ότι το ΕΔΔΑ αρκετά συχνά (ανα)προσαρμόζει τον τρόπο αντιμετώπισης[86]. Εκεί, άλλωστε, ερείδεται και η συν τω χρόνω νομολογιακή διάπλαση των κριτηρίων παραδεκτού των αποδεικτικών μέσων, γεγονός που πιστοποιεί την διαπλαστική ελευθερία του ΕΔΔΑ. Η διαπίστωση δε αυτή επιτρέπει, συνακόλουθα, την δυνατότητα σιωπηρής προσθήκης – υπαγωγής του δικαιώματος σε χρηστή χρήση (δίκαιης αξιοποίησης) των παράνομων αποδεικτικών μέσων στην αξίωση παντός κατηγορουμένου «όπως δικασθή δικαίως».
_______________________________________________________________________________________________________
[1]Ως «παράνομη» νοείται, στην παρούσα εργασία, η κατά παράβαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ περιέλευση ενός αποδεικτικού μέσου στην σφαίρα κυριαρχίας των αρμόδιων ανακριτικών-δικαστικών Αρχών. Υπό το πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις που απασχολούν κυρίως είναι εκείνες των άρθρ. 3, 6 και 8, καθώς οι τελευταίες καλύπτουν τις πλείονες και σημαντικότερες περιπτώσεις τέτοιου είδους παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Ι. Ανδρουλάκης σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 404). Χαρακτηριστικά παραδείγματα «παράνομης» κτήσης αποτελούν: α) η διά βασανιστηρίων (Βλ. αποφ. Örs και λοιποί κατά Τουρκίας της 20.6.2006, παρ. 60, Göcmen κατά Τουρκίας της 17.10.2006, παρ. 73-74 και Harutyunyan κατά Αρμενίας της 28.6.3007, παρ. 63. Για την έννοια του βασανιστηρίου ως «ηθελημένης απάνθρωπης μεταχείρισης, που τελείται με καθορισμένο και συγκεκριμένο σκοπό και η οποία προκαλεί πολύ σοβαρό κι άγριο πόνο», βλ. απόφ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 18.1.1978, παρ. 167), β) η διά τηλεφωνικών υποκλοπών συλλογή αποδείξεων όπως λ.χ. ομολογιών ή δηλώσεων (Βλ. ενδεικ. Schenk κατά Ελβετίας της 12.9.1988, παρ. 43 επ., Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 5.2.2003, παρ. 42 επ., Taraneks κατά Λετονίας της 2.12.2014, παρ. 112 επ.), γ) η αθέμιτη πίεση (Jalloh κατά Γερμανίας της 11.7.2006, παρ. 103 επ.) και δ) η αθέμιτη παγίδευση του κατηγορουμένου προκειμένου να συντελέσει στην εις βάρος του συλλογή ενοχοποιητικών στοιχείων, κατά παράβαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης (Texeira de Castro κατά Πορτογαλίας της 9.6.1998, παρ. 34).
[2]Διά του οποίου διώκεται μία ουσιαστική και αδιάβλητη δίκη, αποβλέπουσα στην αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας κατά πλήρη προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων (Βλ. Α. Τριανταφύλλου, Ζητήματα μαρτυρικής απόδειξης στην ποινική δίκη, Αθήνα 2014, σ. 14).
[3]Ενδεικ. Neumeister κατά Αυστρίας της 27.6.1968, Steel και Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 15.2.2005 και Πλατάκου κατά Ελλάδος της 11.1.2001.
[4]P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25.9.2001, Fitt κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.2.2000, Jasper κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.2.2000, Dowset κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 24.6.2003, Rowe και Davis κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.2.2000.
[5]Fitt κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., Jasper κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., Κuopila κατά Φινλανδίας της 27.4.2000.
[6]Van de Hurk κατά Ολλανδίας της 19.4.1994, Luka κατά Ρουμανίας της 21.4.2009, Γκόρου κατά Ελλάδος της 20.3.2009.
[7]Kremzow κατά Αυστρίας της 21.9.1993, Salomonsson κατά Σουηδίας της 12.11.2002.
[8]Stanford κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 23.2.1994, T και V κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.12.1999.
[9]Ως αξιοποίηση νοείται ο συνυπολογισμός στην διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεως του συμπεράσματος που προκύπτει από την αξιολόγηση ενός συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Χ.Δ. Νάιντος, Αποδεικτικές απαγορεύσεις στην ποινική δίκη, Αθήνα – Θεσ/νίκη 2010, σ. 6 επ.). Ειδικότερα, στον εννοιολογικό πυρήνα της αποδεικτικής αξιοποίησης εντάσσεται τόσον η αισθητηριακή αντίληψη του αντικειμένου καθ’εαυτόν όσον και η αξιολόγησή του, δηλ. η ενσυνείδητη λήψη θέσης έναντι αυτού, η οποία υπο-κατηγοριοποιείται εντεύθεν σε αξιολόγηση του παραδεκτού (=δικονομικά επιτρεπτού) και της ουσίας (=ουσιαστικού περιεχομένου) ενός αποδεικτικού μέσου.
[10]Όπως λ.χ. ισχύει στις ΗΠΑ βάσει της 4ης τροπολογίας (Fourth Amendment «Search and Seizure» 1791) του Ομοσπονδιακού Συντάγματος, κατά την οποία «[τ]ο δικαίωμα του λαού στην ατομική ασφάλεια, (και σε αυτή) των σπιτιών τους, των εγγράφων τους και των αντικειμένων τους, έναντι αναιτιολόγητων ερευνών και κατασχέσεων, δεν θα παραβιαστεί, και κανένα ένταλμα δεν θα εκδοθεί, παρά μόνον για σοβαρό λόγο, συνοδευόμενο από όρκο ή αποδεικτικά στοιχεία, και ειδική περιγραφή του μέρος που θα ερευνηθεί, και των ατόμων που θα συλληφθούν ή των αντικειμένων που θα κατασχεθούν.» και βάσει της οποίας διεπλάσθη νομολογιακώς από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ (U.S. Supreme Court) ο κανόνας της αυτόματης εξαίρεσης των παράνομων αποδείξεων από την ποινική δίκη, ιδίως απ’ την ακροαματική διαδικασία («…evidence illegally seized by law enforcement officers in violation of a suspect‘s right to be free from unreasonable searches and seizures cannot be used against the suspect in a criminal prosecution»). Για πλείονα, από την ελληνική θεωρία, βλ. Ν. Πατούρη, Η απαγόρευση της χρησιμοποίησης αποδεικτικού υλικού παράνομα συγκεντρωμένου (Εφαρμογή της αρχής στο αμερικανικό και στο ευρωπαϊκό δικονομικό σύστημα), ΠοινΧρ Λ΄ (1979), σ. 51 επ. Επίσης, γενικότερα για την θεματική αυτή, βλ. συναφώς τις αποφ. Weeks v. United States (1914), Mapp v. Ohio (1961), Miranda v. Arizona (1966), United States v. Calandra (1974), United States v. Leon (1984), Arizona v. Evans (1995), Florida v. White (1999), Florida v. J.L. (2000), Kyllo v. United States (2001).
[11]Βλ. Ε. Πουλαράκη, Η νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την απόδειξη στην ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2008, τχ. 8-9, σ. 1094 επ.
[12]Για θέσπιση κατώτατων ορίων προστασίας του κράτους δικαίου (=rechtstaatliche Mindeststandarts) κάνει λόγο ο Χ. Νάιντος, ό.π, σ. 611, με εκεί παραπομπές σε αλλοδαπή θεωρία.
[13]Η διαπίστωση αυτή, μάλιστα, καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως μία φαινομενική αντίφαση, δηλ. ότι, παρ’ ότι η ΕΣΔΑ, σ’ επίπεδο ουσιαστικών διατάξεων: α) προστατεύει την αξιοπρέπεια και την σωματική ακεραιότητα του προσώπου (άρθρ. 3), β) την ιδιωτικότητα του ατομικού βίου, την οικογενειακή ζωή, το άσυλο της κατοικίας, την αλληλογραφία (άρθρ. 8), γ) περιέχει σαφή και ορισμένη πρόβλεψη περί την χρηστή απονομή δικαιοσύνης (άρθρ. 6 παρ. 1), διά της αναγνώρισης στον ύποπτο – διωκόμενο – κατηγορούμενο υπερασπιστικών δικαιωμάτων (λ.χ. nemo tenetur, δικαίωμα επικοινωνίας με συνήγορο κ.λπ.), δεν προβλέπει πουθενά, ούτε καν εν είδει «γενικής» απαγορευτικής αποδεικτικής ρήτρας, κάτι σχετικά με την δικονομική αξιοποίηση αποδείξεων, συλλεγεισών κατά παράβαση των δικαιωμάτων που προβλέπει η ΕΣΔΑ. Ωστόσο, τούτο εξηγείται ως ένα βαθμό, αν ληφθεί υπ’ όψιν η ετερότητα των δικονομικών συστημάτων (Continental και Common law) που συντέμνει.
[14]Αφορά σε παρανόμως υποκλαπείσα συνομιλία και, κατά τούτο, σε παράβαση του άρθρ. 8 ΕΣΔΑ, στην οποία στηρίχθηκε η κατηγορία.
[15]Νοείται υποκλαπείσες συνομιλίες (βλ. άρθρ. 8 ΕΣΔΑ).
[16]Βλ. όλως ενδεικτικώς Ramanauskas κατά Λιθουανίας της 5.2.2008, παρ. 51, Πυργιωτάκης κατά Ελλάδος της 21.2.2008, παρ. 18, Ünel κατά Τουρκίας (αστική υπόθεση) της 27.5.2008, παρ. 30, Yaramenko κατά Ουκρανίας της 12.6.2008, παρ. 74-76, Miliniene κατά Λιθουανίας της 24.9.2008, Bykov κατά Ρωσίας της 10.3.2009, παρ. 88-90, Gorgievsky κατά ΠΓΔΜ της 10.12.2009, παρ.46, Constantin και Stoian κατά Ρουμανίας της 29.12.2009, παρ. 54, Bulfinsky κατά Ρουμανίας της 1.9.2010, παρ. 50, Bannikova κατά Ρωσίας της 4.11.2010, παρ. 71 επ., Ali κατά Ρουμανίας της 9.2.2011, παρ. 98, Lalas κατά Λιθουανίας της 1.6.2011, παρ. 41, Baltins κατά Λετονίας της 8.4.2013, παρ. 55, Davitidze κατά Ρωσίας της 7.10.2013, παρ. 139, Blaj κατά Ρουμανίας της 8.9.2014, παρ. 90, Pareniuc κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 1.10.2014, παρ. 33, Furcht κατά Γερμανίας της 23.10.2014, παρ. 46, Nosko και Nefedov κατά Ρωσίας της 30.10.2014, παρ. 52, Taraneks κατά Λετονίας της 2.12.2014, παρ. 115-116, Scholer κατά Γερμανίας της 18.12.2014, παρ. 44, Schatschaschwili κατά Γερμανίας της 15.12.2015, παρ. 101, Pătraşcu κατά Ρουμανίας της 14.2.2017, παρ. 27.
[17]Πλην των αποδ. μέσων που, όπως αναλύεται παρακάτω, προέκυψαν είτε εκ βασανιστηρίων είτε άμεσα (ευθέως) εξ απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατ’ άρθρ. 3 ΕΣΔΑ. Βλ. σχετ. Α. Τζαννετή σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 73.
[18]Βλ. απόφ. Ramanauskas κατά Λιθουανίας της 5.2.2008, παρ. 52, κατά την οποία ««έργο του Δικαστηρίου (=ΕΔΔΑ) δεν είναι να καθορίσει αν ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία αποκτήθηκαν παρανόμως, αλλά μάλλον να εξετάσει αν μια τέτοια «παρανομία» είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή κάποιου άλλου δικαιώματος που προστατεύεται από τη Σύμβαση»», νοουμένου ως τέτοιου «άλλου δικαιώματος» του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ μετά των λοιπών σιωπηρών δικαιωμάτων που αυτό εμπερικλείει.
[19]Βλ. όμως και απόφ. Lagutin κ.α. κατά Ρωσίας της 24.7.2014, παρ. 117 όπου: «…all evidence obtained as a result of police incitement must be excluded or a procedure with similar consequences must apply (see Teixeira de Castro, cited above, §§ 34-36; Khudobin, cited above, § 135; Vanyan, cited above, §§ 46‑47; Ramanauskas, cited above, § 54; and Edwards and Lewis,cited above, § 46).».
[20]Βλ. αποφ. Schenk κατά Ελβετίας της 12.9.1988, παρ. 46 κατά την οποία «…It has only to ascertain whether Mr. Schenk’s trial as a whole was fair».
[21]Ως «καταλυτική επίδραση» στον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης θα πρέπει να νοείται, κατά τον γράφοντα, η, κατά παράβαση των βασικών δικονομικών αρχών της διαδικασίας, ήτοι της αντιδικίας και της ισότητας των όπλων και (επ’ ακροατηρίω) της προφορικότητας και της αμεσότητας, αξιοποίηση ενός παράνομου αποδεικτικού μέσου, το οποίο, μάλιστα, αποτελεί και την βάση επί της οποίας θα επιστηριχθεί η κατηγορία. Για το εννοιολογικό περιεχόμενο των αρχών αυτών βλ. αντί πολλών Α. Χ. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία6η, Αθήνα – Θεσ/νίκη 2012, σ. 494 επ. και Α. Καρρά, Ποινικό δικονομικό δίκαιο4η, Αθήνα 2011, σ. 627 επ.
[22]Υπό το πλαίσιο της συνολικής προσέγγισης, το ΕΔΔΑ εξετάζει μια ποινική υπόθεση ως σύνολο και όχι κατατέμνοντάς την σε διάφορα διακριτά και μεμονωμένα δικονομικά στάδια όπως λ.χ. προδικαστικό ή ακροαματικό στάδιο (Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, Αθήνα 2000, σ. 8). Αναζητεί, δηλ., εάν η ποινική δίκη, από την αρχή έως το τέλος της, χαρακτηρίζεται από μια «συνολική δικαιότητα». Ως συνολική δικαιότητα, κατά τον γράφοντα, θα πρέπει να νοείται η διάγνωση ότι, ακόμη και αν χώρησε μια παράβαση ουσιαστικού κανόνα (της ΕΣΔΑ), ιδίως κατά την προδικασία, η όλη διεξαγωγή της ακολουθήσασας ακροαματικής διαδικασίας εξισορρόπησε (αντιστάθμισε – αποκατέστησε) την χωρήσασα παραβίαση και δεν βάθυνε κατ’ αποτέλεσμα την ήδη γενομένη προδικαστική προσβολή της νομικής θέσης -κυρίως- του κατηγορουμένου. Εξισορροπείται έτσι, με την διάγνωση αυτή, η «αδικία», με αποτέλεσμα η «συνολική» εικόνα της ποινικής δίκης να μην κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της άποψης ότι αδικήθηκε ο κατηγορούμενος[22], ότι δηλ. δεν «ακούσθηκε» σε κανένα δικονομικό στάδιο της ποινικής δίκης και ότι δεν μετέσχε ενεργά και αποτελεσματικά ενός «τίμιου δικαστικού αγώνα», στον οποίον γίνονται σεβαστά όλα τα ουσιαστικά και δικονομικά του δικαιώματα.
[23]Προκύπτει, συνεπώς, εκ της νομολογίας του ΕΔΔΑ, ότι δεν ανάγεται σε σημαντική η διάκριση των αποδεικτικών μέσων σε «παρανόμως» κτηθέντα ή μη, εφ’ όσον όλα (παράνομα και μη) τα αποδεικτικά μέσα κατ’ αρχήν αξιοποιούνται, αλλά η διάκριση της χρήσης των σε «καταλυτική» ή μη του δικαίου χαρακτήρα της δίκης. Διότι, κατά το ΕΔΔΑ, ακόμη και ένα καθ’ όλα νόμιμο αποδεικτικό μέσο λ.χ. μάρτυρας, με το οποίο δεν ηδυνήθη ο κατηγορούμενος να έλθει σε αντιπαράθεση (confrontation principle), μπορεί να ασκήσει «καταλυτική» επιρροή στον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης. Βλ. ενδεικ. Craxi κατά Ιταλίας της 5.12.2002, παρ. 86 και 94, όπου ομόφωνα δέχθηκε παραβίαση των παρ. 1 και 3 δ΄ του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ.
[24]Βλ ενδεικ. Schenk ό.π., όπου «…(Το ΕΔΔΑ) οφείλει μόνον να διακριβώσει αν η δίκη (του κ. Schenk) ήταν στο σύνολό της δίκαιη» αλλά και τις αμέσως ανωτέρω παρατιθέμενες αποφάσεις.
[25]Ορθότερα «επαμφοτερίζουσα», καθ’ ότι, όπως εκτίθεται εν συνεχεία, (το ΕΔΔΑ) για ορισμένες περιπτώσεις υιοθετεί το (στο υπό ΙΙΙ. Κεφ. αναλυθησόμενο) σύστημα του «δικαιώματος σε χρηστή χρήση» των αποδεικτικών μέσων [κτηθέντων λ.χ. μέσω τηλ. υποκλοπών (άρθρ. 8), εμμέσως συνεπεία απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρ. 3), κατά παραβίαση nemo tenetur (6 παρ. 1)], ενώ σε άλλες περιπτώσεις λ.χ. αποδ. μέσων κτηθέντων μέσω βασανιστηρίων, ή κτηθέντων άμεσα (ευθέως) συνεπεία απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρ. 3), διαφαίνεται να υιοθετεί έναν κανόνα αυτόματου αποδεικτικού αποκλεισμού.
[26]Βλ. Ι. Ανδρουλάκη σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 405.
[27]Για αυτό, άλλωστε, και κατά το ΕΔΔΑ, τα κράτη μέρη, έχουν τη ευχέρεια να ρυθμίζουν ζητήματα σχετικά την απόδειξη(=δίκαιο αποδείξεως), ελεγχόμενα μόνον από το ΕΔΔΑ σχετικά με ενδεχόμενη τους (=των κρατών μερών) αυθαιρεσία κατά την ενάσκηση αυτής της κανονιστικής-ρυθμιστικής τους ευχέρειας. Βλ. Ι. Ανδρουλάκη, ό.π., σ. 405.
[28]Πρβλ. απόφ. Birutis and Others κατά Λιθουανίας της 28.3.2002, παρ. 28, κατά την οποία οι αποδείξεις πρέπει να προσάγονται ενώπιον μιας ακροαματικής διαδικασίας, παρουσία του κατηγορουμένου, επί σκοπώ μιας κατ’ αντιδικία επιχειρηματολογίας, «The Court recalls that criminal evidence must normally be produced at a public hearing, in the presence of the accused, with a view to adversarial argument» και Craxi κατά Ιταλίας της 5.12.2002, παρ. 85. Βλ. για πλείονα Ι. Μυλωνά, Η ποινική «δίκαιη δίκη» στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά την τριετία 2002-2004, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σ. 181 επ.
[29]Βλ. Κ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα3η, Αθήνα 2006, σ. 426, με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία, κατά τον οποίον ως τέτοιο νοείται «…το δικαίωμα εκατέρωθεν ανάπτυξης σχετικών απόψεων επί πραγματικών ή νομικών ζητημάτων» και Α. Καρρά, Ποινικό δικονομικό δίκαιο4η, Αθήνα 2011, σ. 27, πλαγιαρ. 24, όπου «η δυνατότητα ανάπτυξης απόψεων των φορέων του δικαιώματος… για κάθε πραγματικό και νομικό ζήτημα, το οποίο ανακύπτει στην πορεία της δίκης, καθώς και για κάθε αποδεικτικό μέσο που προσάγεται κατ’ αυτή…».
[30]Βλ. Α. Τριανταφύλλου, ό.π., σ. 14, με παραπομπές επίσης (εκεί υποσημ. 18) σε αποφ. Perna κατά Ιταλίας της 6.5.2003 και Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος της 9.5.2003.
[31]Πλέον γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΕΔΔΑ ότι με τον μάρτυρα εξομοιούται κάθε αποδεικτικό μέσο που προσάγεται στην ποινική δίκη (Βλ. ενδεικ. αποφ. Perna κατά Ιταλίας της 6.5.2003 και Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος της 9.5.2003).
[32]Βλ. Ι. Μυλωνά, ό.π., σ. 181-182, με παραπομπές σε σχετική νομολογία ΕΔΔΑ.
[33]Για πλείονα, με παραπομπές σε αλλοδαπή θεωρία και νομολογία ΕΔΔΑ, βλ. Π. Γιαννακούρα σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 675 επ.
[34]Βλ. Π. Γιαννακούρα, ό.α.π., σ. 679-680.
[35]Στην νομολογία του ΕΔΔΑ ο έλεγχος αυτός έχει πολιτογραφηθεί ως «Al-Khawaja’s three steps test», καθ’ ότι δι’ αυτής της αποφάσεως [Al-Khawaja and Tahery κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Ευρ. Συνθ) της 15.12.2011, παρ. 118 επ.] καθιερώθηκε για πρώτη φορά. Πρβλ. επίσης και Α. Τριανταφύλλου, ό.π., σελ. 14.
[36]Η υπόθεση αφορά σε δικονομική χρήση υποκλαπεισών συνομιλιών (άρθρ. 8 ΕΣΔΑ) που ο Allan είχε με τον συγκατηγορούμενο του για ληστείες στη φυλακή και συνομιλίες με την φίλη του κατά το επισκεπτήριο.
[37]Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ο Gäfgen βαρυνόταν με υπόνοιες ότι είχε απαγάγει παιδί, όπου, κατόπιν βασανιστηρίων και σεξουαλικής κακοποίησης, υπέδειξε το σημείο στο οποίο βρέθηκε νεκρό το παιδί.
[38]Η οποία αφορά σε υποκλαπείσες συνομιλίες (άρθρ. 8 ΕΣΔΑ).
[39]Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 5.2.2003, παρ. 43 επ.
[40]Jalloh κατά Γερμανίας της 11.7.2006, παρ. 94 επ., Khan κατά ΗΒ., παρ. 34, P.G. και J.H. κατά ΗΒ, παρ. 76, και Allan κατά ΗΒ, παρ. 42.
[41]Gäfgen κατά Γερμανίας ό.π., παρ. 167, Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., παρ. 42 επ.
[42]Taraneks κατά Λετονίας, ό.π., παρ. 117.
[43]Jalloh κατά Γερμανίας ό.π., παρ. 70: «…Thus, the Convention institutions have found on several occasions that the taking of blood or saliva samples against a suspect’s will in order to investigate an offence did not breach these Articles in the circumstances of the cases examined by them (see, inter alia, X v. the Netherlands, no. 8239/78, Commission decision of 4 December 1978, Decisions and Reports (DR) 16, pp. 187-89, and Schmidt v. Germany (dec.), no. 32352/02, 5 January 2006).» και Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., παρ. 42 επ.
[44]Taraneks κατά Λετονίας, ό.π., παρ. 117.
[45]Taraneks κατά Λετονίας, ό.π., παρ. 118 και Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., παρ. 42 επ.
[46] Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου ό.π., παρ. 42 επ.
[47]Jalloh κατά Γερμανίας ό.π., παρ. 97 και Heaney και McGuinness κατά Ιρλανδίας, παρ. 57-58.
[48]Bykov κατά Ρωσίας, ό.π., παρ. 103 επ.
[49]Schenk κατά Ελβετίας ό.π., παρ. 46.
[50]Μέσω της διαπλαστικής και ανεξάρτητης νομολογιακών προηγουμένων ερμηνείας της ΕΣΔΑ, όπως εκτίθεται και στο επόμενο κεφάλαιο, στην οποία προβαίνει επί σκοπώ αποτελεσματικής διασφάλισης απτών – πρακτικών δικαιωμάτων και όχι απλώς θεωρητικών εξαγγελιών. Βλ. σχετ. Micallef κατά Μάλτας της 15.10.2009, παρ. 81.
[51]Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας στην Νομική Σχολή του Leiden της Ολλανδίας.
[52]Βλ. 4η τροπολογία (Fourth Amendment) του Ομοσπονδιακού Συντάγματος των ΗΠΑ στην υπ’ αρ. 10 υποσημείωση της παρούσης.
[53]Πρβλ. και Pinar Ölçer σε Stephen C. Thaman (ed.), 2013, Exclusionary Rules in Comparative Law, Springer, σ. 373, η οποία κάνει λόγο για διμερές αναλυτικό μοντέλο «two tiered analytical model ».
[54]Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το ΕΔΔΑ, στην περίπτωση των «ανωνύμων μαρτύρων» (6 παρ. 3 δ΄), εξελέγχει την δικαιότητα της δίκης στο πλαίσιο ενός «κλιμακωτού ελέγχου» τριών σταδίων. Κατ’ ανάλογο τρόπο, στην περίπτωση των παρανόμως κτηθέντων αποδ. μέσων, το αν η αξιοποίηση ενός παρανόμου αποδεικτικού μέσου κατέλυσε τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ελέγχεται «κλιμακωτά» σε δύο (2) στάδια.
[55]Παρ’ ημίν από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της ποινικής δίωξης, μέχρι και το στάδιο των δικαστικών συμβουλίων.
[56]Jalloh κατά Γερμανίας ό.π., παρ. 97 και Heaney και McGuinness κατά Ιρλανδίας, παρ. 57-58.
[57]Θα μπορούσε να λεχθεί, κατά τον γράφοντα, ότι κατ’ αρχήν το ΕΔΔΑ σ’ όλες τις υποθέσεις προβαίνει, στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου, σε μία πρώτη «γενική» στάθμιση μέσω τριών κριτηρίων (=Βαρύτητα παραβίασης, αποδεικτική αξία του συλλεγέντος υλικού και σοβαρότητα αδικήματος) και αναλόγως της σοβαρότητος της υπόθεσης προβαίνει σε μία ειδικότερη, χρονικά επόμενη (πάντα στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου), στάθμιση διά της προσθήκης πλειόνων κριτηρίων εκ του προαναφερθέντος καταλόγου κριτηρίων.
[58]Pinar Ölçer, ό.π., σ. 374.
[59] Υπό την σκέψη, κατά βάση, ότι «η ίδια πληροφορία θα μπορούσε να είχε εισαχθεί στη δίκη με άλλα μέσα», εφαρμόζοντας έτσι το δόγμα της υποθετικής ανεξάρτητης πηγής, που καθιστά επιτρεπτή την χρήση του οικείου αποδεικτικού μέσου, βλ. Schenk κατά Ελβετίας, ό.π., παρ. 48.
[60]Βλ. σχετ. Texeira de Castro κατά Πορτογαλίας της 9.6.1998, παρ. 34 επ., Ramanauskas κατά Λιθουανίας της 5.2.2008, παρ. 49 επ., Πυργιωτάκης κατά Ελλάδος της 21.2.2008, παρ. 20 επ.
[61]Βλ. Ι. Ανδρουλάκη σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 408 επ., με περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία ΕΔΔΑ.
[62] Pinar Ölçer, ό.π.
[63]Βλ. Α. Τζαννετή σε Λεων. Κοτσαλή (επιμ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο, Αθήνα 2014, σ. 73.
[64]Jalloh κατά Γερμανίας, ό.π.
[65]Πρβλ. Α. Τζαννετή, ό.α.π.
[66] Αντίθετος ο Α. Τζαννετής, ό.α.π., σ. 74, κατά τον οποίον «το ΕΔΔΑ αρνείται την απώτερη επενέργεια (Fernwirkung) των αποδεικτικών απαγορεύσεων, έστω και αν εκκινεί από την αντίληψη ότι η αξιοποίηση των καρπών του δηλητηριώδους δένδρου δημιουργεί μια ισχυρή ένδειξη ότι η δίκη παύει να είναι στο σύνολό της δίκαιη.».
[67]Τονίζεται η ομολογία, διότι είναι ο πλέον ουσιώδης «αποδεικτικός καρπός», οπότε, αν είναι «δηλητηριασμένος», θα πρέπει να μην αξιοποιηθεί. Εάν όμως πρόκειται περί «συμπληρωματικών» ή επουσιωδών αποδείξεων, το ΕΔΔΑ δεν διαφαίνεται, στην ίδια ως άνω απόφαση (παρ. 165), να απορρίπτει την δικονομική των αξιοποίηση. Βλ. και Α. Τζαννετή, ό.α.π., σ. 74.
[68]Gäfgen κατά Γερμανίας, παρ. 180: «In the light of the foregoing, the Court considers that it was the applicant’s second confession at the trial which – alone or corroborated by further untainted real evidence –formed the basis of his conviction for murder and kidnapping with extortion and his sentence. The impugned real evidence was not necessary, and was not used to prove him guilty or to determine his sentence. It can thus be said that there was a break in the causal chain leading from the prohibited methods of investigation to the applicant’s conviction and sentence in respect of the impugned real evidence.».
[69]Gäfgen κατά Γερμανίας, παρ. 174: «The Court notes that there is no clear consensus among the Contracting States to the Convention, the courts of other States and other human rights monitoring institutions about the exact scope of application of the exclusionary rule (see the references in paragraphs 69 to 74above). In particular, factors such as whether the impugned evidence would, in any event, have been found at a later stage, independently of the prohibited method of investigation, may have an influence on the admissibility of such evidence.».
[70] Pinar Ölçer, ό.π..
[71]Jalloh κατά Γερμανίας,ό.π., παρ. 94 επ. και Harutyunyan κατά Αρμενίας της 28.06.2007, παρ. 63, κατά την οποία «The Court observes, however, that different considerations apply to evidence recovered by a measure found to violate Article 3. An issue may arise under Article 6 § 1 in respect of evidence obtained in violation of Article 3 of the Convention, even if the admission of such evidence was not decisive in securing the conviction.The use of evidence obtained in violation of Article 3 in criminal proceedings raises serious issues as to the fairness of such proceedings. Incriminating evidence– whether in the form of a confession or real evidence – obtained as a result of acts of violence or brutality or other forms of treatment which can be characterised as torture should never be relied on as proof of the victim’s guilt, irrespective of its probative value. Any other conclusion would only serve to legitimate indirectly the sort of morally reprehensible conduct which the authors of Article 3 of the Convention sought to proscribe or, in other words, to “afford brutality the cloak of law” (see, as the most recent authority, Jalloh v. Germany [GC], no. 54810/00, §§99 and 105, ECHR 2006 IX).».
[72] Βλ. Α. Τζαννετή, ό.π., σ. 73
[73]Για την έννοια της οποίας βλ. υποσημ. 22 της παρούσης.
[74]Ιδίως αν ληφθεί υπ’ όψιν, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ΕΔΔΑ συντέμνει δύο διαφορετικά συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, αυτά του ηπειρωτικού (Continental law) και του κοινοδικαίου (Common law). Βλ. αποφ. AL-Khawaja and Tahery κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π., παρ. 130 και Schatschaschwili κατά Γερμανίας, ό.π., παρ. 108, κατά τις οποίες «[a]s regards the applicability of the above principles in the context of the diverse legal systems in the Contracting States, and in particular in the context of both common-law and continental-law systems, the Court reiterates that, while it is important for it to have regard to substantial differences in legal systems and procedures, including different approaches to the admissibility of evidence in criminal trials, ultimately it must apply the same standard of review under Article 6 §§ 1 and 3 (d) irrespective of the legal system from which a case emanates».
[75]Βλ. A. Παπαδαμάκη, Ποινική Δικονομία6η, Αθήνα – Θεσ/νίκη 2012, σ. 24, πλαγιαρ. 35, με περαιτέρω παραπομπές και Ι. Δ. Σαρμά, Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής, Αθήνα 1998, σ. 10.
[76]Πλην των περιπτώσεων βασανιστηρίων, όπου εκεί απασχολεί και ο τρόπος κτήσης, καθ’ ότι αφ’ εαυτού παραβιάζει άνευ ετέρου τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.
[77]Κατά τον γράφοντα, ως «σύνθετος κανόνας» νοείται εκείνος, στο πραγματικό του οποίου ενυπάρχουν πλείονες της μίας κανονιστικές επιταγές, δηλ. πλείονες προϋποθέσεις ορισμένων εννόμων ρυθμίσεων. Πρακτικά, μέσα σε μία διάταξη ή ένα άρθρο είναι πλείονα του ενός τα ρυθμιζόμενα βιοτικά περιστατικά. Για την έννοια του «πραγματικού» βλ. αντί πολλών Κ.Μ Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων (επιτομή), 8η εκδ., Αθήνα – Θεσ/νίκη 2009, σ. 25 και Karl Engisch, Εισαγωγή στην νομική σκέψη (μτφρ. Δ. Δ. Σπινέλλη), 3η εκδ., Αθήνα 1999, σ. 28 επ.
[78]Όπως λέχθηκε ανωτέρω, ειδικά όταν έχει να κάνει με σιωπηρά δικαιώματα, δηλ. όχι ρητά διατυπωμένα στο κείμενο της ΕΣΔΑ (όπως το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση), το ΕΔΔΑ ενδέχεται να διευρύνει (ακόμη και να διαπλάσει) τις σταθμιστικές παραμέτρους (κριτήρια).
[79]Pinar Ölçer, ό.π., σ. 375.
[80]Ή κατ’ άλλη έκφραση «υπο-δικαιώματα» (sub-rights) όπως λ.χ. το «nemo tenetur».
[81]Βλ. Pinar Ölçer, ό.π., και απόφ. Imbrioscia κατά Ελβετίας της 24.11.1993, παρ. 36, όπου «…Certainly the primary purpose of Article 6 (art. 6) as far as criminal matters are concerned is to ensure a fair trial by a “tribunal” competent to determine “any criminal charge”, but it does not follow that the Article (art. 6) has no application to pre-trial proceedings. The “reasonable time” mentioned in paragraph 1 (art. 6-1), for instance, begins to run from the moment a “charge” comes into being, within the autonomous, substantive meaning to be given to that term (see, for example, the Wemhoff v. Germany judgment of 27 June 1968, Series A no. 7, pp. 26-27, para. 19, and the Messina v. Italy judgment of 26 February 1993, Series A no. 257-H, p. 103, para. 25); ».
[82]Pinar Ölçer, ό.π., σ. 375.
[83]Βλ απόφ. (ευρείας συνθέσεως) Micallef κατά Μάλτας της 15.10.2009, παρ. 81 όπου «The Court thus considers that, for the above reasons, a change in the case-law is necessary. While it is in the interests of legal certainty, foreseeability and equality before the law that the Court should not depart, without good reason, from precedents laid down in previous cases, a failure by the Court to maintain a dynamic and evolutive approach would risk rendering it a bar to reform or improvement (see, mutatis mutandis,Mamatkulov and Askarov v. Turkey [GC], nos. 46827/99 and 46951/99, § 121, ECHR 2005-I, and Vilho Eskelinen and Others, cited above, § 56). It must be remembered that the Convention is designed to “guarantee not rights that are theoretical or illusory but rights that are practical and effective” (see, inter alia, Folgerø and Others v. Norway [GC], no. 15472/02, § 100, ECHR 2007‑III, and Salduz v. Turkey [GC], no.36391/02, § 51, ECHR 2008).».
[84]Κατά την προσφυή έκφραση της Pinar Ölçer «protective bridge between the pretrial and the trial phase», ό.π., σ. 375.
[85]Pinar Ölçer, ό.π., σ. 375.
[86]Όπως είδαμε ανωτέρω, ο «κατάλογος κριτηρίων» του παραδεκτού διεπλάσθη από το ΕΔΔΑ με το πέρασμα των ετών και όχι άπαξ. Δύναται, δε, πολλάκις να αναδιαμορφωθεί από το ΕΔΔΑ, λόγω ακριβώς της «case by case» αντιμετώπισης των υποθέσεων.


